Ελευθέριος Κολομτσάς | Ειδικός Καρδιολόγος – Εντατικολόγος | 📞 213 0 251425, 6947434350 info@cardiometabolism.gr

Γράφει ο Διονύσης Σέρρας, Αθλητικός Ψυχολόγος

Η επίδραση της άσκησης στην αυτοαντίληψη

Αρκετοί ερευνητές έχουν ασχοληθεί με τη μελέτη της επίδρασης της άσκησης σε ψυχολογικά χαρακτηριστικά όπως η σωματική αυτοεκτίμηση και η συνολικότερη αντίληψη του εαυτού, διαπιστώνοντας πολλά ψυχολογικά οφέλη από την άσκηση: χαλάρωση από την πίεση και το στρες, ευχάριστη αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και ευκαιρίες για ευχάριστες εμπειρίες, απόδοση στην εργασία, καλύτερη ποιότητα ζωής, αύξηση της αυτοεκτίμησης, βελτίωση της εμφάνισης και εικόνας του σώματος (Corbin, Dowell, Lindsey, & Tolson, 1983). Επίσης έρευνες έχουν δείξει τα οφέλη που αποκομίζουν οι ασκούμενοι από τη συμμετοχή τους σε υπαίθριες αναψυχικές δραστηριότητες όσον αφορά στη βελτίωση του αυτοσυναισθήματος, της αυτοπεποίθησης και στον περιορισμό του άγχους (March, Richards, & Barnes, 1986).

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες, η θετική επίδραση της άσκησης στη σωματική αυτοαντίληψη, στη συνολική αυτοαντίληψη και γενικότερα στην ψυχική υγεία του παιδιού, έχει υποστηριχθεί από τόσες έρευνες ώστε πλέον να την θεωρούμε δεδομένη (Fox, 1992; Weiss, 1987). Είναι σημαντικό ότι στην ηλικία των 10 – 12 ετών διαμορφώνονται τα ειδικά ανά φύλο χαρακτηριστικά της σωματικής αυτοαντίληψης, που δεν διαφοροποιούνται ουσιαστικά στη συνέχεια (Brettschneider & Heim, 1997). Πολλές είναι οι έρευνες εκείνες που διαπιστώνουν ότι οι αθλούμενοι έχουν καλύτερη σωματική αυτοαντίληψη σε σχέση με μη αθλούμενους (Fox & Corbin, 1989; Gonni, 2000; Marsh & Peart, 1988). Έτσι είναι σημαντικό τα παιδιά να αθλούνται στην κρίσιμη αυτή ηλικία. Ο ρόλος της άσκησης ολοκληρώνεται μάλιστα όχι μόνο όταν τα παιδιά γυμνάζονται στο σχολείο, αλλά όταν πεισθούν να γυμνάζονται για όλη τους τη ζωή. Μια σωστή άποψη για την καλή φυσική κατάσταση και υγεία (health related fitness) πρέπει να βασίζεται στην ανάγκη αυτή, να διατηρούν δηλαδή τα άτομα ένα ικανό επίπεδο άσκησης για όλη τους τη ζωή, ώστε να απολαμβάνουν τα οφέλη της άσκησης στην ποιότητα ζωής και στην υγεία (Fox & Biddle, 1987). Στην προσπάθεια για μόνιμη, συστηματική και όχι περιστασιακή άθληση των ατόμων, στην αποτροπή της εγκατάλειψης και στην υιοθέτηση ενός δια βίου αθλητικού τρόπου ζωής, ο ρόλος της αθλητικής επιστήμης είναι καθοριστικός.

Αυτοαντίληψη και σώμα

Η αυτοαντίληψη, όπως και πολλές άλλες περιοχές της ψυχολογίας, πάσχει από το γεγονός ότι ο καθένας θεωρεί ότι γνωρίζει τι είναι. Η αυτοαντίληψη είναι η γνωστική πλευρά της έννοιας του εαυτού και αντιπροσωπεύει μια δήλωση, μια περιγραφή, ή μια πεποίθηση του ατόμου για τον εαυτό του.

Τα περισσότερα όργανα μέτρησης της αυτοαντίληψης μέχρι και την προηγούμενη δεκαετία, επικεντρωνόταν στη μέτρηση της γενικής αυτοεκτίμησης (Wylie, 1989). Ωστόσο, η αυτοεκτίμηση επηρεάζεται από τη σωματική άσκηση και τη βελτίωση της φυσικής κατάστασης μέσω της βελτίωσης της σωματικής εκτίμησης. Συνεπώς βελτίωση της φυσικής κατάστασης οδηγεί σε βελτίωση της αντιληπτής φυσικής ικανότητας και σε ταυτόχρονη βελτίωση της αυτοεκτίμησης.

Σχετικά λίγα είναι προς το παρόν γνωστά για τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα ενσωματώνουν το σωματικό εαυτό τους στη γενικότερη δομή του εαυτού τους, με ποιους τρόπους ο σωματικός εαυτός διαφοροποιείται μέσα από τη συμμετοχή σε διάφορες φυσικές δραστηριότητες και σωματικές εμπειρίες, ή ακόμη πώς ο σωματικός εαυτός επενεργεί στη διαφοροποίηση της συμπεριφοράς και στην διαμόρφωση της γενικότερης αυτoεκτίμησης. Εν τούτοις, τουλάχιστον στις δυτικές κοινωνίες, το σώμα, η εμφάνισή του, οι ικανότητές του και η δυνατότητά του να μεταφέρει μηνύματα και να εξωτερικεύει καταστάσεις εκ μέρους του «εαυτού», έχει τελευταία εξελιχθεί σε ζήτημα μείζονος σημασίας. Η δημιουργία θετικών εντυπώσεων φαίνεται να αποτελεί ισχυρό κίνητρο και υποδηλώνει ότι το σώμα βρίσκεται μονίμως σε δράση. Περισσότερο από ποτέ το σώμα έχει άρρηκτα συνδεθεί με τον γενικότερο εαυτό, και είναι δύσκολο για τα άτομα να αγνοήσουν την κοινωνική του σημασία. Επιπρόσθετα, υπάρχει μια όλο και αυξανόμενη πεποίθηση ότι  η εμπλοκή σε φυσικές και αθλητικές δραστηριότητες επιδρά θετικά πέρα από το σωματικό εαυτό και στην ποιότητα ζωής και στην πνευματική ευεξία. Εν ολίγοις, η έννοια του «σωματικού εαυτού» γίνεται όλο και περισσότερο κρίσιμη για την ανθρώπινη ύπαρξη και λειτουργία.

Αντίστοιχα έχει αποδειχτεί ότι το αυξημένο σωματικό βάρος, οι αυξημένοι δείκτες σύστασης του σώματος στα παιδιά και κατ’ επέκταση το χαμηλό επίπεδο φυσικής κατάστασης, που αποτελεί δείκτη βιολογικής αξίας και θεμέλιο λίθο για τη μετέπειτα ζωή του σαν ενήλικα, επιδρούν αρνητικά στην αυτοαντίληψη, στην αυτοεκτίμηση και στην εικόνα σώματος του παιδιού, κυρίως κατά την ευαίσθητη φάση της εφηβείας (Kalogiannis et al., 2002; Kalogiannis & Papaioannou, 2003; Marsh, 1993b; 1997). Συνεπώς, τα παιδιά και οι νέοι που εμφανίζουν χαμηλή σωματική αυτοεκτίμηση και χαμηλή αντιλαμβανόμενη ικανότητα, εμφανίζουν αρνητικές στάσεις για την άσκηση και οποιουδήποτε είδους φυσικής δραστηριότητας, και διακατέχονται από κοινωνικό σωματικό άγχος αλλά και από άγχος εμφάνισης. Τα συμπτώματα αυτά αποτρέπουν και απομακρύνουν τα παιδιά από τους χώρους άθλησης, και δεν τους επιτρέπουν να βιώσουν τα ευεργετικά αποτελέσματα της άσκησης, τα οποία πλέον είναι αποδεκτά από όλους τόσο στο φυσιολογικό όσο και στον ψυχολογικό τομέα.

Καταλήγοντας, η άθληση δεν αποτελεί απλά ψυχαγωγία μέσα από το παιχνίδι. Είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία, που συμβάλει στην ανάπτυξη ικανοτήτων και στην απόκτηση βιωμάτων που οι αθλούμενοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν και στην υπόλοιπη καθημερινότητα τους. Η άσκηση συνεισφέρει όχι μόνο στη βελτίωση των φυσιολογικών δεικτών του σώματος αλλά και στη διαμόρφωση της προσωπικότητας, της ορθής αντίληψης και εκτίμησης του εαυτού και συνολικά στη σωματική και ψυχολογική ευεξία (Papaioannou, 1997; 2000;  Whitehead & Corbin, 1997). Για την επίτευξη όμως των παραπάνω είναι απαραίτητο να επέλθουν σημαντικές αλλαγές σε όλες εκείνες τις συνιστώσες που επηρεάζουν και από τις οποίες εξαρτάται το τελικό αποτέλεσμα, με βασικότερες όλων την οπτική μας για την ποιότητα ζωής.