Ελευθέριος Κολομτσάς | Ειδικός Καρδιολόγος – Εντατικολόγος | 📞 213 0 251425, 6947434350 info@cardiometabolism.gr

Η αφυδάτωση δεν αφορά απλώς το αίσθημα της δίψας ή την παροδική ενόχληση σε περιόδους ζέστης. Πρόκειται για μια φυσιολογική διαταραχή κατά την οποία ο οργανισμός δεν διαθέτει επαρκή ποσότητα υγρών για να διατηρήσει τη σταθερότητα του κυκλοφορικού συστήματος και την ισορροπία των ηλεκτρολυτών. Τα τελευταία χρόνια, η σχέση της αφυδάτωσης με την αρτηριακή πίεση έχει μελετηθεί συστηματικά και τα ευρήματα δείχνουν ότι η επίδρασή της δεν είναι μονοδιάστατη.

Παρότι η σοβαρή αφυδάτωση μπορεί να οδηγήσει σε πτώση της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα όταν μειώνεται σημαντικά ο όγκος αίματος που κυκλοφορεί στα αγγεία μας, οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι η ήπια έως μέτρια αφυδάτωση συχνά σχετίζεται με αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κυρίως της διαστολικής (Watso & Farquhar, 2019).

Οι μηχανισμοί με τους οποίους η αφυδάτωση επηρεάζει την πίεση

Όταν μειώνεται η πρόσληψη υγρών ή αυξάνονται οι απώλειες, ο οργανισμός ενεργοποιεί αντιρροπιστικούς μηχανισμούς με στόχο τη διατήρηση της αιμάτωσης ζωτικών οργάνων. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσαρμογή έχει η νευροορμονική απάντηση.

Η αφυδάτωση συνοδεύεται από ενεργοποίηση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξημένη έκκριση ορμονών όπως η αγγειοπιεσίνη, καθώς και από διέγερση του συστήματος ρενίνης–αγγειοτενσίνης–αλδοστερόνης. Το αποτέλεσμα είναι η αγγειοσύσπαση, δηλαδή η αύξηση της περιφερικής αγγειακής αντίστασης. Ακόμη και όταν ο όγκος του αίματος είναι ελαφρώς μειωμένος, η αύξηση της αντίστασης μπορεί να οδηγήσει σε άνοδο της αρτηριακής πίεσης, φαινόμενο που έχει καταγραφεί σε πειραματικές και κλινικές μελέτες (Kitada et al., 2023).

Η διαστολική αρτηριακή πίεση είναι αυτή που επηρεάζεται περισσότερο, καθώς αντανακλά κυρίως τον τόνο των μικρών αρτηριών. Σε κατάσταση αφυδάτωσης, η αγγειοσύσπαση επηρεάζει δυσανάλογα αυτή την παράμετρο, οδηγώντας συχνά σε αύξηση της «μικρής» (διαστολικής) πίεσης. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές σε ηλικιωμένους, σε άτομα με προϋπάρχουσα υπέρταση και σε ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά, οπότε οι εφεδρείες προσαρμογής του οργανισμού είναι περιορισμένες (Watso & Farquhar, 2019).

Πότε η αφυδάτωση οδηγεί σε πτώση της πίεσης

Σε περιπτώσεις σοβαρής ή οξείας απώλειας υγρών, όπως σε έντονες γαστρεντερικές απώλειες (έμετοι, διάρροιες) ή σε παρατεταμένη έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες, η μείωση του ενδαγγειακού όγκου μπορεί να υπερβεί τις δυνατότητες αντιρρόπησης. Σε αυτές τις συνθήκες, παρατηρείται πτώση της αρτηριακής πίεσης και συχνά ορθοστατική υπόταση, με ζάλη ή λιποθυμική τάση. Επομένως, η κατεύθυνση της μεταβολής της πίεσης εξαρτάται από τη βαρύτητα και τη διάρκεια της αφυδάτωσης.

Πόσο νερό χρειάζεται καθημερινά ο μέσος άνθρωπος

Η επιστημονική κοινότητα συμφωνεί ότι δεν υπάρχει μία ενιαία ποσότητα νερού που να καλύπτει όλους τους ανθρώπους. Ωστόσο, υπάρχουν τεκμηριωμένες ενδεικτικές συστάσεις επαρκούς πρόσληψης υγρών.

Σύμφωνα με τα δεδομένα της European Food Safety Authority και αντίστοιχες αμερικανικές αξιολογήσεις, η συνολική ημερήσια πρόσληψη νερού (από υγρά και τρόφιμα) για υγιείς ενήλικες ανέρχεται περίπου σε 2,0–2,1 λίτρα για τις γυναίκες και 2,5–2,6 λίτρα για τους άνδρες (EFSA, 2010). Περίπου το ένα τέταρτο αυτής της ποσότητας καλύπτεται μέσω των τροφών, ενώ το υπόλοιπο μέσω πόσιμου νερού και ροφημάτων.

Στην καθημερινή πράξη, αυτό μεταφράζεται για τους περισσότερους ενήλικες σε 1,5–2 λίτρα υγρών ημερησίως, υπό φυσιολογικές συνθήκες. Οι ανάγκες αυξάνονται σε ζεστό περιβάλλον, κατά τη σωματική άσκηση, σε εμπύρετες καταστάσεις και λόγω χρήσης διουρητικών.

Χρόνια ανεπαρκής ενυδάτωση: μια συχνά παραγνωρισμένη κατάσταση

Η βιβλιογραφία περιγράφει την έννοια της χρόνιας ανεπαρκούς ενυδάτωσης, δηλαδή της συστηματικής πρόσληψης λιγότερων υγρών από τις ανάγκες του οργανισμού, χωρίς έντονα οξέα συμπτώματα. Πολλοί ενήλικες, ιδίως όσοι «ξεχνούν να πίνουν νερό», ζουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε αυτή την κατάσταση (Popkin et al., 2010).

Τα συμπτώματα είναι συχνά ήπια και μη ειδικά και γι’ αυτό συχνά δεν αναγνωρίζονται ως πρόβλημα ενυδάτωσης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η εύκολη κόπωση, οι πονοκέφαλοι, η μειωμένη συγκέντρωση, η ζάλη κατά την ορθοστασία, τα σκούρα κίτρινα ούρα και οι μεγαλύτερες διακυμάνσεις της αρτηριακής πίεσης. Μελέτες έχουν συσχετίσει τη χρόνια ανεπαρκή ενυδάτωση με αυξημένο καρδιαγγειακό φορτίο και δυσμενή επίδραση στη νεφρική λειτουργία, ιδιαίτερα σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού (Kitada et al., 2023).

Η σημασία της ενυδάτωσης για την καρδιαγγειακή υγεία

Η επαρκής ενυδάτωση δεν αποτελεί θεραπεία της υπέρτασης. Ωστόσο, συμβάλλει ουσιαστικά στη σταθερότητα της αρτηριακής πίεσης, μειώνοντας την ανάγκη έντονης αγγειοσύσπασης και περιορίζοντας τις αιφνίδιες διακυμάνσεις της κυκλοφορίας. Ειδικότερα για άτομα με καρδιακή ανεπάρκεια ή προχωρημένη νεφρική νόσο, η πρόσληψη υγρών πρέπει να εξατομικεύεται και να ακολουθεί αυστηρά ιατρικές οδηγίες.

Συμπερασματικά, η αφυδάτωση δεν είναι μια αθώα ή αμελητέα κατάσταση. Μέσω σύνθετων νευροορμονικών μηχανισμών μπορεί να επηρεάσει την αρτηριακή πίεση και συχνά να οδηγήσει σε αύξηση της διαστολικής πίεσης, ιδίως σε άτομα με προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή ευαλωτότητα. Η επαρκής, συνειδητή και εξατομικευμένη ενυδάτωση αποτελεί βασικό στοιχείο πρόληψης και καθημερινής καρδιαγγειακής φροντίδας.

 

Βιβλιογραφία

  1. Watso JC, Farquhar WB. Hydration Status and Cardiovascular Function. Nutrients. 2019 Aug 11;11(8):1866. doi: 10.3390/nu11081866. PMID: 31405195; PMCID: PMC6723555.
  2. Kitada K, Nishiyama A. Revisiting blood pressure and body fluid status. Clin Sci (Lond). 2023 May 18;137(9):755-767. doi: 10.1042/CS20220500. PMID: 37199255.
  3. Popkin BM, D’Anci KE, Rosenberg IH. Water, hydration, and health. Nutr Rev. 2010 Aug;68(8):439-58. doi: 10.1111/j.1753-4887.2010.00304.x. PMID: 20646222; PMCID: PMC2908954.
  4. EFSA Panel on Dietetic Products, Nutrition, and Allergies (NDA). Scientific Opinion on Dietary Reference Values for water, 2010, EFSA Journal, Volume 8