Ελευθέριος Κολομτσάς | Ειδικός Καρδιολόγος – Εντατικολόγος | 📞 213 0 251425, 6947434350 info@cardiometabolism.gr

Γράφει ο Ελευθέριος Κολομτσάς

Ο ελίτ αθλητής αγωνισμάτων αντοχής είναι και πρωταθλητής της καρδιαγγειακής υγείας:παρουσιάζει εξαιρετικά υψηλά ποσοστά πρόσληψης οξυγόνου μέσω του «ολυμπιακών διαστάσεων» καρδιαγγειακού συστήματος μεταφοράς οξυγόνου που έχει αναπτύξει.

Η καρδιά του αθλητή αντοχής παρουσιάζει ιδιαιτερότητες σε σχέση με αυτή του μέσου ατόμου: έχει προσαρμοστεί ώστε να του επιτρέπει εξαιρετική αερόβια ικανότητα και ισχύ, με τρεις αλληλένδετους τρόπους: α) η καρδιά είναι μεγάλου μεγέθους και προσαρμόζεται στις αλλαγές του επιπέδου δραστηριότητας, β) λόγω του μεγέθους και της προσαρμοστικότητας, η καρδιά είναι ικανή να αποδόσει μεγάλο όγκο παλμού και γ) η καρδιά διατείνεται γρήγορα από τον εισερχόμενο όγκο αίματος και χαλαρώνει γρήγορα.

Αυτές οι μεταβολές διευκολύνουν την επαύξηση της καρδιακής παροχής ως απάντηση στις αυξημένες μεταβολικές απαιτήσεις του μυοσκελετικού συστήματος και του έργου του αθλητή. Ταυτόχρονα όμως, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο οι ιδιαιτερότητες αυτές συνοδεύονται από μακροπρόθεσμους κινδύνους για τον αθλητή.

Οι πρώτοι ερευνητές που ασχολήθηκαν με την καρδιά του αθλητή αντοχής χρησιμοποίησαν τον όρο με αρνητική χροιά, καθώς αντιλαμβάνονταν την καρδιακή διάταση των αθλητών ως παθολογικό εύρημα. Υποστηρικτικά σε αυτή την προσέγγιση είναι φαινόμενα που έχουν περιγραφεί τεκμηριωμένα, όπως η «καρδιακή κόπωση», η αύξηση των ειδικών καρδιακών βιοδεικτών μετά την έντονη άσκηση και μακροπρόθεσμες μεταβολές στην καρδιακή μορφολογία που πιθανόν ομοιάζουν στις παρατηρούμενες αλαγές σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις.

Σήμερα ωστόσο γνωρίζουμε ότι η αθλητική καρδιά έχει ιδιαίτερη αλλά φυσιολογική εικόνα, τόσο βραχυπρόθεσμα μετά από έναν αγώνα, όσο και μακροπρόθεσμα.

Η εικόνα της «αθλητικής καρδιάς» μετά από έναν αγώνα αντοχής

Καρδιακή κόπωση: πρόκειται για τις παροδικές αλλαγές στην απόδοση της αριστερής κοιλίας μετά από έναν αγώνα αντοχής. Το φαινόμενο της καρδιακής κόπωσης παρατηρήθηκε από πολλούς μελετητές σε πληθώρα αθλητικών αγώνων. Πρώτοι οι Douglas et al έφεραν την καρδιακή κόπωση στο επίκεντρο της συζήτησης τη δεκαετία του 1980, όταν μελέτησαν 21 αθλητές του Hawaii Ironman Triathlon, έναν σκληρό αγώνα αντοχής με διάρκεια 8-9 ώρες για τους γρηγορότερους δρομείς. Κάνοντας υπερηχοκαρδιογράφημα πριν και μετά τον αγώνα, καθώς και μετά από μια περίοδο αποκατάστασης, οι ερευνητές διαπίστωσαν μείωση της κλασματικής βράχυνσης (μιας παραμέτρου που αντανακλά το κλάσμα ώθησης της αριστερής κοιλίας) κατά 10% αμέσως μετά τον αγώνα, με επαναφορά του δείκτη στα προ του αγώνα επίπεδα έπειτα από την περίοδο αποκατάστασης. Έκτοτε, τα αποτελέσματα αυτά έχουν επιβεβαιωθεί από πληθώρα μελετών.

Αύξηση των καρδιακών βιοδεικτών: Τα μυοκαρδιακά ένζυμα, όπως η τροπονίνη Ι και Τ, χρησιμοποιούνται ως δείκτες υγείας της καρδιάς. Στο μέσο άνθρωπο, η αύξησή τους θεωρείται ένδειξη καρδιαγγειακών παθολογιών (οξύ στεφανιαίο σύνδρομο, οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου, ασταθής στηθάγχη, μυοκαρδιακή βλάβη, αλλαγές στην κυτταρική μεμβρανική διαπερατότητα, μυοκαρδίτιδα, πνευμονική εμβολή, καρδιακή ανεπάρκεια). Στους αθλητές αντοχής, οι καρδιακοί βιοδείκτες εμφανίζονται αυξημένοι μετά από έναν αγώνα. Μια μελέτη έδειξε ότι η τιμή της τροπονίνης Τ ξεπέρασαν το κατώτερο όριο ανίχνευσής της (0,01 μg/l) σε περίπου τους μισούς συμμετέχοντες, αποκαλύπτοντας τον υψηλό επιπολασμό της ήπιας αύξησης της τροπονίνης στους αθλητές αντοχής. Τα επίπεδα αυτά επανέρχονται στο φυσιολογικό μετά από μια περίοδο αποκατάστασης.

Μακροπρόθεσμες αλλαγές στη μορφολογία της καρδιάς: Τυπικά, η αθλητική καρδιά εμφανίζει αυξημένων διαστάσεων αριστερή κοιλία, παχύτερα καρδιαγγειακά τοιχώματα και χαμηλό κλάσμα εξώθησης σε ηρεμία. Στο μέσο άνθρωπο, η εικόνα αυτή παραπέμπει σε παθολογικές καταστάσεις όπως η υπερτροφία της καρδιάς ή διατατικές μυοκαρδιοπάθειες.

Αν κι έχουν πλέον προσδιοριστεί συγκεκριμένες παράμετροι για να προσδιορίζουμε πότε οι αλλαγές στην καρδιακή λειτουργία ενός αθλητή οφείλονται στη φυσιολογική προσαρμογή της καρδιάς και πότε σε πραγματική παθολογική κατάσταση, σε κάποιο ποσοστό αθλητών οι παράμετροι αυτές ξεπερνούν τα όρια που θεωρούμε φυσιολογικά – κάτι που έχει παρατηρηθεί κυρίως στους πιο μεγαλόσωμους άνδρες αθλητές σε αθλήματα όπως η κωπηλασία και το κανό. Τότε ασφαλώς τίθεται πάλι το ερώτημα αν η καρδιαγγειακή μορφολογία αυτών των αθλητών αποτελεί την έκφραση μιας ασυνήθιστης μεν, καλοήθους δε, αναδιαμόρφωσης της αριστερής ή/και δεξιάς κοιλίας, ή αν, αντίθετα, αποτελεί ένδειξη καρδιαγγειακού προβλήματος.

Όπως φαίνεται λοιπόν, λόγω της «αθλητικής του καρδιάς», ο αθλητής αντοχής ενδέχεται να βρεθεί συχνά στη διάρκεια της ζωής του μπροστά σε διαγνώσεις που θα τον προβληματίσουν:

  • Από τη μία, ενδέχεται να μην αναγνωριστεί σωστά ότι η ιδιαίτερη μορφολογία της καρδιάς του αποτελεί φυσιολογική καρδιαγγειακή προσαρμογή λόγω του αθλητισμού, και να οδηγηθεί ο αθλητής σε εξετάσεις επί εξετάσεων, ακόμη και σε περιορισμό της δραστηριότητάς του άσκοπα.
  • Από την άλλη πλευρά, ελοχεύει πάντα ο κίνδυνος να υπάρχει πραγματικό παθολογικό πρόβλημα, το οποίο όμως να αποδοθεί εσφαλμένα στον αθλητισμό, οπότε ο αθλητής βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικίνδυνη υποδιάγνωση.

Μπορεί η συσσώρευση αγώνων και μικροβλαβών να οδηγήσει σε μακροχρόνια καρδιαγγειακά προβλήματα;

Ένα άλλο ερώτημα που έχει απασχολήσει την αθλητική καρδιολογία, είναι αν τα επαναλαμβανόμενα επεισόδια ανεπαίσθητων βλαβών στο μυοκάρδιο μπορούν να οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε αλλαγές στη μορφολογία και στη λειτουργία της αριστερής κοιλίας. Πράγματι, με βάση περιπτώσεις αθλητών  που έχουν διαγωνισθεί επανειλλημμένα στο Tour de France, ή σε μεγαλύτερους σε ηλικία μαραθωνοδρόμους με πολλές μαραθώνιες συμμετοχές, φαίνεται πιθανό οι συσσωρευόμενες μικροβλάβες να οδηγήσουν σε μεταβολές στη συστολική και διαστολική λειτουργία της καρδιάς.

Με σκοπό να δώσουν απαντήσεις σ’αυτό το ερώτημα, ο Pellicia με την ομάδα του χρησιμοποίησαν ένα πλέγμα εξετάσεων (φυσική εξέταση, ηλεκτροκαρδιογράφημα, υπερηχοκαρδιογράφημα) για να παρακολουθήσουν για 9 χρόνια (κατά μέσο όρο) 114 αθλητές αντοχής της ιταλικής εθνικής ολυμπιακής αντιπροσωπείας, οι οποίοι είχαν αγωνισθεί σε τουλάχιστον δύο Ολυμπιακούς Αγώνες και επομένως ήταν εντατικά προπονούμενοι και υψηλών επιδόσεων. Χρησιμοποίησαν δε ως ομάδα ελέγχου εντατικά προπονούμενους αθλητές που δεν προκρίθηκαν στις Ολυμπιάδες. Τα βασικά ευρήματα της μελέτης ήταν:

  • Απουσία κλινικών δυσμενών συμβάντων όπως η καρδιακή ανακοπή, συγκοπή ή αιφνίδιο θάνατο.
  • Απουσία προοδευτικών μεταβολών  στην μορφολογία της αριστερής κοιλίας, συμπεριλαμβανομένων του τελοδιαστολικού όγκου, του τελοσυστολικού όγκου και του πάχους των τοιχωμάτων.
  • Απουσία μεταβολών στη συσταλτική λειτουργία, όπως αυτή εκτιμάται από το κλάσμα εξώθησης και το λόγο της μέγιστης συστολικής πίεσης προς τον τελοσυστολικό όγκο.

Έτσι η μελέτη του Pelliccia και της ομάδας του προσφέρει αντικειμενικές ενδείξεις ότι η παρατεταμένη προπόνηση υψηλής έντασης και η επαναλαμβανόμενη συμμετοχή σε αγώνες επηρεάζει ελάχιστα την καρδιακή μορφολογία και απόδοση.

Μπορεί η εντατική προπόνηση και άθληση να οδηγήσει σε μυοκαρδιακή ίνωση;

Η εμφάνιση μυοκαρδιακής ίνωσης και επακόλουθων αρρυθμιών στους αθλητές αντοχής είναι ένα ακόμη ερώτημα που έχει απασχολήσει τους ερευνητές. Συγκεκριμένα, βρίσκεται υπό συζήτηση το αν η μακροχρόνια προπόνηση και ο ανταγωνιστικός αθλητισμός μπορούν να οδηγήσουν σε ίνωση του μυοκαρδίου και να προκαλέσουν αρρυθμίες.

Ως σήμερα  υπάρχουν λίγες σχετικές μελέτες, με μικρά δείγματα και περιορισμένο χρονικό εύρος παρακολούθησης αθλητών. Για παράδειγμα, οι White et al μελέτησαν την μεμονωμένη περίπτωση ενός 57χρονου επαγγελματία μαραθωνοδρόμου που απεβίωσε στη διάρκεια αγώνα, η νεκροτομική μελέτη του οποίου αποκάλυψε ότι είχε υπερτροφική και ινωτική καρδιά. Οι μελετητές διατύπωσαν την υπόθεση ότι η μορφολογία αυτή ήταν συνέπεια της μακρόχρονης προπόνησης και συμμετοχής σε αγώνες. Αυτό υποστηρίχθηκε σε επόμενη έρευνα των Breuckmann et al, που διαπίστωσαν παρουσία καθυστερημένης ενίσχυσης μετά τη χορήγηση γαδολινίου στην μαγνητική τομογραφία καρδιάς (CMRI) στο περίπου 5% των μεγαλύτερων σε ηλικία μαραθωνοδρόμων καθ’ένα μη ισχαιμικό πρότυπο. Ωστόσο σημειώνεται ότι η συχνότητα αυτή δεν διαχωρίζεται ξεκάθαρα από τη συχνότητα που παρατηρείται στον πληθυσμό ελέγχου του ίδιου ηλικιακού φάσματος (50-72 ετών). Πιο πρόσφατες μελέτες δεν αποδεικνύουν καθυστερημένη ενίσχυση στο μυοκάρδιο μετά από μαραθώνιο δρόμο, παρά την καταγραφόμενη αύξηση μυοκαρδιακών ενζύμων. Αναμφίβολα λοιπόν απαιτείται πιο εκτεταμένη μελέτη για το συγκεκριμένο θέμα, με τη χρήση εξελιγμένων διαγνωστικών τεχνικών όπως είναι η μαγνητική τομογραφία της καρδιάς, σε βάθος χρόνου τόσο σε νέους όσο και σε πιο ηλικιωμένους αθλητές.

Η καρδιά του αθλητή: ένα αξιοθαύμαστο όργανο που κρατά ακόμη τα μυστικά του

Είναι προφανές πως ακόμη είναι πολλά αυτά που δεν γνωρίζουμε για την καρδιά του αθλητή αντοχής – κάτι που οδηγεί σε περισσότερες μακροχρόνιες μελέτες, οι οποίες συν τοις άλλοις προσπαθούν να ελέγξουν και «εξωγενείς» παράγοντες όπως το doping κατά την ανίχνευση των αιτίων συμβάντων αιφνίδιου θανάτου στον ανταγωνιστικό αθλητισμό.

Η μελέτη του Pellicia και της ομάδας του βεβαίως καθησυχάζει την ιατρική και αθλητική κοινότητα, τείνοντας προς την άποψη ότι η παρατεταμένη και έντονη προπόνηση αντοχής συνεπάγεται βασικά καλοήθη καρδιακά συμπτώματα. Παράλληλα όμως, ας μην ξεχνάμε ότι, καθώς συνεχίζει να παρακολουθεί σε βάθος χρόνου τους Ιταλούς πρωταθλητές αντοχής, κατέληξε πρόσφατα στη διαπίστωση ότι οι αθλητές επιδόσεων δεν είναι στο απυρόβλητο καρδιαγγειακών προβλημάτων.

ΠΗΓΕΣ

  1. Bhella PS, Levine BD. The heart of a champion. J Am Coll Cardiol. 2010 Apr 13;55(15):1626-8.
  2. P. Douglas, M. O’Toole, W. Hiller, K. Hackney, N. Reichek. Cardiac fatigue after prolonged exercise. Circulation, 76 (1987), pp. 1206–1213
  3. N. Rifai, P.S. Douglas, M. O’Toole, E. Rimm, G.S. Ginsburg. Cardiac troponin T and I, electrocardiographic wall motion analyses, and ejection fractions in athletes participating in the Hawaii Ironman Triathlon. Am J Cardiol, 83 (1999), pp. 1085–1089
  4. R. Shave, K. George, G. Atkinson, et al. Exercise-induced cardiac troponin T release: a meta-analysis. Med Sci Sports Exerc, 39 (2007), pp. 2099–2106
  5. B.J. Maron. Distinguishing hypertrophic cardiomyopathy from athlete’s heart physiological remodelling: clinical significance, diagnostic strategies and implications for preparticipation screening. Br J Sports Med, 43 (2009), pp. 649–656
  6. A. Pelliccia, N. Kinoshita, C. Pisicchio, et al. Long-term clinical consequences of intense, uninterrupted endurance training in Olympic athletes. J Am Coll Cardiol, 55 (2010), pp. 1619–1625
  7. G. Whyte, M. Sheppard, K. George, et al. Post-mortem evidence of idiopathic left ventricular hypertrophy and idiopathic interstitial myocardial fibrosis: is exercise the cause? Br J Sports Med, 42 (2008), pp. 304–305
  8. F. Breuckmann, S. Möhlenkamp, K. Nassenstein, et al. Myocardial late gadolinium enhancement: prevalence, pattern, and prognostic relevance in marathon runners. Radiology, 251 (2009), pp. 50–57
  9. N. Mousavi, A. Czarnecki, K. Kumar, et al. Relation of biomarkers and cardiac magnetic resonance imaging after marathon running. Am J Cardiol, 103 (2009), pp. 1467–1472